Καρκίνος Προστάτη

Ο καρκίνος προστάτη είναι μία από τις συχνότερες μορφές καρκίνου στους άνδρες. Συχνά εξελίσσεται αργά, ιδιαίτερα όταν διαγνωστεί σε αρχικό στάδιο, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι πιο επιθετικός και να χρειάζεται άμεση, συνδυαστική ή πιο εντατική θεραπευτική αντιμετώπιση.

Η σύγχρονη προσέγγιση στον καρκίνο προστάτη δεν βασίζεται σε μία γενική λύση για όλους. Κάθε περίπτωση αξιολογείται με βάση την ηλικία, τη γενική κατάσταση υγείας, το PSA, τα ευρήματα της βιοψίας, την απεικόνιση, το στάδιο της νόσου, τον βαθμό επιθετικότητας, την ομάδα κινδύνου υποτροπής και τις προτεραιότητες του ασθενούς.

Για τον άνδρα που λαμβάνει διάγνωση καρκίνου προστάτη, οι αποφάσεις μπορεί να φαίνονται σύνθετες. Σε κάποιες περιπτώσεις χρειάζεται άμεση θεραπεία, ενώ σε άλλες μπορεί να προταθεί ενεργή παρακολούθηση. Η σωστή ενημέρωση βοηθά ώστε η θεραπευτική στρατηγική να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, ασφαλής και προσαρμοσμένη στον συγκεκριμένο άνθρωπο.

Τι είναι ο καρκίνος προστάτη

Ο προστάτης είναι ένας μικρός αδένας του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος, που βρίσκεται κάτω από την ουροδόχο κύστη και περιβάλλει την ουρήθρα. Συμμετέχει στην παραγωγή μέρους του σπερματικού υγρού.

Ο καρκίνος προστάτη αναπτύσσεται όταν κύτταρα του προστάτη αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Δεν έχουν όλοι οι καρκίνοι προστάτη την ίδια συμπεριφορά. Ορισμένοι παραμένουν εντοπισμένοι για πολλά χρόνια και μπορεί να μην προκαλέσουν σοβαρό πρόβλημα. Άλλοι μπορεί να αναπτυχθούν ταχύτερα, να επεκταθούν εκτός προστάτη ή να δώσουν μεταστάσεις, συχνότερα στα οστά ή στους λεμφαδένες.

Αυτή η μεγάλη διαφορά στη βιολογική συμπεριφορά είναι ο λόγος που η θεραπεία πρέπει να είναι εξατομικευμένη. Η διάγνωση «καρκίνος προστάτη» δεν αρκεί από μόνη της για να καθοριστεί το επόμενο βήμα. Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσο εκτεταμένη είναι η νόσος, πόσο επιθετική φαίνεται και ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος για τον ασθενή.

Συμπτώματα και ενδείξεις που χρειάζονται έλεγχο

Στα αρχικά στάδια, ο καρκίνος προστάτη συχνά δεν προκαλεί συμπτώματα. Πολλές φορές ανιχνεύεται λόγω αυξημένου PSA ή στο πλαίσιο προληπτικού ελέγχου. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η συζήτηση με τον ιατρό για τον κατάλληλο έλεγχο είναι σημαντική, ειδικά μετά από συγκεκριμένη ηλικία ή όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό.

Όταν υπάρχουν συμπτώματα, μπορεί να μοιάζουν με αυτά της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη ή άλλων ουρολογικών παθήσεων. Για τον λόγο αυτό, η παρουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα καρκίνο, αλλά χρειάζεται αξιολόγηση.

Σημεία που μπορεί να χρειάζονται έλεγχο περιλαμβάνουν:

  • Δυσκολία στην έναρξη της ούρησης.
  • Αδύναμη ή διακεκομμένη ροή ούρων.
  • Συχνουρία, ιδιαίτερα τη νύχτα.
  • Αίσθημα ότι η κύστη δεν αδειάζει πλήρως.
  • Αίμα στα ούρα ή στο σπέρμα.
  • Πόνο ή κάψιμο κατά την ούρηση.
  • Πόνο στη μέση, στη λεκάνη ή στα οστά, ιδιαίτερα όταν είναι επίμονος.
  • Ανεξήγητη απώλεια βάρους ή έντονη κόπωση σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις.

Τα περισσότερα ουρολογικά συμπτώματα δεν οφείλονται σε καρκίνο. Ωστόσο, κάθε νέο, επίμονο ή ανησυχητικό σύμπτωμα πρέπει να διερευνάται, ώστε να αποκλειστούν σοβαρότερες αιτίες και να επιλεγεί η κατάλληλη αντιμετώπιση.

PSA και προληπτικός έλεγχος

Το PSA είναι μια πρωτεΐνη που παράγεται από τον προστάτη και μετριέται στο αίμα. Μπορεί να αυξηθεί στον καρκίνο προστάτη, αλλά και σε καλοήθεις καταστάσεις, όπως η καλοήθης υπερπλασία, η προστατίτιδα ή μετά από συγκεκριμένους χειρισμούς και ερεθισμούς του προστάτη.

Ένα αυξημένο PSA δεν σημαίνει απαραίτητα καρκίνο. Αντίστοιχα, ένα φυσιολογικό PSA δεν αποκλείει πάντα πλήρως την ύπαρξη νόσου. Η τιμή του πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με την ηλικία, το μέγεθος του προστάτη, τον ρυθμό αύξησης, το ιστορικό, τη δακτυλική εξέταση και, όταν χρειάζεται, επιπλέον εξετάσεις.

Ο προληπτικός έλεγχος δεν είναι ίδιος για όλους τους άνδρες. Η απόφαση για το πότε και πόσο συχνά πρέπει να γίνεται PSA λαμβάνεται εξατομικευμένα, ιδίως αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου προστάτη, γνωστή κληρονομική προδιάθεση ή άλλοι παράγοντες κινδύνου.

Η σωστή χρήση του PSA βοηθά στην έγκαιρη διάγνωση, αλλά απαιτεί προσεκτική ερμηνεία ώστε να αποφεύγονται άσκοπες εξετάσεις ή υπερθεραπεία σε περιπτώσεις χαμηλού κινδύνου.

Διάγνωση του καρκίνου προστάτη

Η διάγνωση του καρκίνου προστάτη δεν βασίζεται μόνο στο PSA. Συνήθως περιλαμβάνει ουρολογική εκτίμηση, δακτυλική εξέταση, απεικονιστικό έλεγχο και βιοψία, όταν υπάρχει ένδειξη.

Η πολυπαραμετρική μαγνητική τομογραφία προστάτη έχει σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη διαγνωστική προσέγγιση. Μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό ύποπτων περιοχών, στην καλύτερη καθοδήγηση της βιοψίας και στην εκτίμηση της τοπικής έκτασης της νόσου.

Η βιοψία προστάτη είναι η εξέταση που επιβεβαιώνει τη διάγνωση. Λαμβάνονται δείγματα ιστού και εξετάζονται από παθολογοανατόμο. Το αποτέλεσμα δίνει πληροφορίες για την παρουσία καρκίνου, την έκταση στα δείγματα και τον βαθμό επιθετικότητας.

Ένα από τα βασικά στοιχεία της βιοψίας είναι το Gleason score ή Grade Group. Αυτό δείχνει πόσο διαφορετικά φαίνονται τα καρκινικά κύτταρα από τα φυσιολογικά και βοηθά στην εκτίμηση του κινδύνου. Όσο υψηλότερος είναι ο βαθμός, τόσο πιο επιθετική μπορεί να είναι η νόσος.

Σταδιοποίηση και εκτίμηση κινδύνου

Μετά τη διάγνωση, είναι απαραίτητο να εκτιμηθεί η έκταση της νόσου. Η σταδιοποίηση δείχνει αν ο καρκίνος είναι περιορισμένος στον προστάτη, αν έχει επεκταθεί τοπικά, αν υπάρχουν προσβεβλημένοι λεμφαδένες ή αν έχει δώσει μεταστάσεις.

Η σταδιοποίηση μπορεί να περιλαμβάνει μαγνητική τομογραφία, αξονική τομογραφία, σπινθηρογράφημα οστών ή νεότερες απεικονιστικές εξετάσεις, όπως PSMA PET/CT, όταν υπάρχει ένδειξη. Δεν χρειάζονται όλες οι εξετάσεις σε όλους τους ασθενείς. Η επιλογή εξαρτάται από το PSA, το Gleason score, το στάδιο και τη συνολική εκτίμηση κινδύνου.

Στον καρκίνο προστάτη, η θεραπευτική απόφαση βασίζεται συχνά στην κατηγοριοποίηση κινδύνου. Οι ασθενείς μπορεί να ταξινομηθούν σε χαμηλού, ενδιάμεσου ή υψηλού και πολύ κινδύνου, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της νόσου.

Αυτή η εκτίμηση είναι καθοριστική. Ένας καρκίνος χαμηλού κινδύνου μπορεί να χρειάζεται μόνο στενή παρακολούθηση, ενώ ένας υψηλού κινδύνου καρκίνος μπορεί να απαιτεί συνδυαστική θεραπεία.

Ενεργή παρακολούθηση

Η ενεργή παρακολούθηση είναι μια οργανωμένη στρατηγική για επιλεγμένους ασθενείς με χαμηλού κινδύνου καρκίνο προστάτη. Δεν σημαίνει «δεν κάνουμε τίποτα». Σημαίνει ότι η νόσος παρακολουθείται στενά και η θεραπεία ξεκινά μόνο αν υπάρξουν ενδείξεις ότι ο καρκίνος αλλάζει συμπεριφορά ή γίνεται πιο ενεργός.

Η ενεργή παρακολούθηση μπορεί να περιλαμβάνει τακτικές μετρήσεις PSA, κλινική εξέταση, επαναληπτική μαγνητική τομογραφία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επαναληπτική βιοψία.

Ο στόχος είναι να αποφευχθεί ή να καθυστερήσει μια θεραπεία που μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες, όπως ακράτεια ούρων, στυτική δυσλειτουργία ή διαταραχές από το έντερο, όταν ο καρκίνος φαίνεται να έχει πολύ χαμηλή πιθανότητα να απειλήσει άμεσα την υγεία του ασθενούς.

Η επιλογή ενεργής παρακολούθησης πρέπει να γίνεται με σαφή κριτήρια και πλήρη ενημέρωση. Ο ασθενής χρειάζεται να κατανοεί ότι απαιτείται συνέπεια στα ραντεβού και στις εξετάσεις.

Χειρουργική αντιμετώπιση

Η ριζική προστατεκτομή είναι χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται ο προστάτης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, λεμφαδένες της περιοχής. Μπορεί να προταθεί σε ασθενείς με εντοπισμένο ή τοπικά προχωρημένο καρκίνο προστάτη, όταν υπάρχει στόχος ίασης.

Η επέμβαση μπορεί να γίνει με διαφορετικές τεχνικές, όπως ανοικτή, λαπαροσκοπική ή ρομποτική προσέγγιση, ανάλογα με την περίπτωση και την εμπειρία της χειρουργικής ομάδας. Η επιλογή δεν αφορά μόνο την τεχνική, αλλά και το αν η χειρουργική αντιμετώπιση είναι η κατάλληλη στρατηγική για τον συγκεκριμένο ασθενή.

Πιθανές παρενέργειες της χειρουργικής αντιμετώπισης μπορεί να περιλαμβάνουν ακράτεια ούρων, στυτική δυσλειτουργία ή αλλαγές στην εκσπερμάτιση. Η πιθανότητα και η βαρύτητα αυτών των επιπτώσεων εξαρτώνται από την ηλικία, τη γενική κατάσταση, την έκταση της νόσου, την τεχνική και άλλους παράγοντες.

Η χειρουργική θεραπεία εντάσσεται πάντα σε συνολικό πλάνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά το χειρουργείο μπορεί να χρειαστεί ακτινοθεραπεία ή ορμονοθεραπεία, ανάλογα με τα παθολογοανατομικά ευρήματα και το PSA.

Ακτινοθεραπεία

Η ακτινοθεραπεία αποτελεί βασική θεραπευτική επιλογή στον καρκίνο προστάτη. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική της χειρουργικής θεραπείας σε εντοπισμένη νόσο, ως μέρος συνδυαστικής αγωγής σε υψηλότερου κινδύνου νόσο ή μετά από χειρουργείο, όταν υπάρχουν ενδείξεις υπολειπόμενης ή υποτροπιάζουσας νόσου.

Η εξωτερική ακτινοθεραπεία στοχεύει την περιοχή του προστάτη με ακρίβεια, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνδυαστεί με βραχυθεραπεία ή ορμονοθεραπεία. Η επιλογή της τεχνικής και της διάρκειας γίνεται από ακτινοθεραπευτή ογκολόγο, σε συνεργασία με την υπόλοιπη ομάδα.

Πιθανές παρενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν ερεθισμό της κύστης, συχνουρία, δυσουρία, διαταραχές από το έντερο, κόπωση ή στυτική δυσλειτουργία. Οι σύγχρονες τεχνικές έχουν βελτιώσει την ακρίβεια και την ανεκτικότητα, αλλά η σωστή ενημέρωση και παρακολούθηση παραμένουν απαραίτητες.

Ορμονοθεραπεία στον καρκίνο προστάτη

Ο καρκίνος προστάτη συχνά εξαρτάται από τα ανδρογόνα, κυρίως την τεστοστερόνη, για την ανάπτυξή του. Η ορμονοθεραπεία, ή ανδρογονικός αποκλεισμός, στοχεύει στη μείωση της δράσης αυτών των ορμονών στα καρκινικά κύτταρα.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία σε εντοπισμένη υψηλότερου κινδύνου νόσο, σε υποτροπή μετά από τοπική θεραπεία ή σε μεταστατική νόσο. Η διάρκεια και το είδος της ορμονοθεραπείας εξαρτώνται από το στάδιο, τον κίνδυνο και τους στόχους της αγωγής.

Πιθανές παρενέργειες περιλαμβάνουν εξάψεις, κόπωση, μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, στυτική δυσλειτουργία, αύξηση βάρους, απώλεια μυϊκής μάζας, αλλαγές στη διάθεση, μείωση οστικής πυκνότητας και μεταβολικές διαταραχές.

Για τον λόγο αυτό, η ορμονοθεραπεία χρειάζεται παρακολούθηση. Η φροντίδα της οστικής υγείας, η σωματική δραστηριότητα, η διατροφή και ο έλεγχος καρδιομεταβολικών παραγόντων είναι σημαντικά στοιχεία της συνολικής θεραπευτικής προσέγγισης.

Χημειοθεραπεία στον καρκίνο προστάτη

Η χημειοθεραπεία έχει ρόλο κυρίως σε προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο προστάτη, ειδικά όταν η νόσος είναι πιο επιθετική ή όταν έχει αναπτύξει αντοχή σε ορμονικούς χειρισμούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί νωρίτερα στη μεταστατική νόσο, σε συνδυασμό με ορμονοθεραπεία, όταν υπάρχει σημαντικό φορτίο νόσου ή συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου.

Η χημειοθεραπεία δρα συστηματικά, δηλαδή σε όλο τον οργανισμό, και μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο της νόσου, στη μείωση συμπτωμάτων και στην παράταση της επιβίωσης. Δεν είναι απαραίτητη για όλους τους ασθενείς με καρκίνο προστάτη, και η απόφαση λαμβάνεται με βάση την έκταση της νόσου, προηγούμενες θεραπείες, συμπτώματα και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.

Πριν ξεκινήσει, γίνεται αναλυτική ενημέρωση για τον στόχο της θεραπείας, τον τρόπο χορήγησης, τις πιθανές παρενέργειες και τα μέτρα υποστήριξης. Η σωστή παρακολούθηση βοηθά ώστε η θεραπεία να χορηγείται με ασφάλεια και να προσαρμόζεται όταν χρειάζεται.

Νεότερες στοχευμένες θεραπείες και εξατομίκευση

Τα τελευταία χρόνια, η θεραπευτική αντιμετώπιση του προχωρημένου καρκίνου προστάτη έχει εξελιχθεί σημαντικά. Εκτός από την κλασική ορμονοθεραπεία, υπάρχουν νεότεροι ορμονικοί παράγοντες και στοχευμένες θεραπείες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συγκεκριμένες φάσεις της νόσου.

Σε επιλεγμένους ασθενείς, μπορεί να έχει σημασία ο γονιδιακός έλεγχος για μεταλλάξεις σε γονίδια επιδιόρθωσης DNA, όπως BRCA1, BRCA2 ή άλλα. Η ύπαρξη τέτοιων μεταλλάξεων μπορεί να επηρεάσει τη θεραπευτική στρατηγική και να οδηγήσει σε επιλογές όπως PARP inhibitors, όπου υπάρχει ένδειξη.

Ο γονιδιακός έλεγχος μπορεί να αφορά είτε τον όγκο είτε την κληρονομική προδιάθεση, ανάλογα με την περίπτωση. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, γιατί ένα κληρονομικό εύρημα μπορεί να έχει σημασία και για συγγενείς του ασθενούς.

Η εξατομικευμένη θεραπεία καρκίνου στον καρκίνο προστάτη σημαίνει ότι η θεραπεία προσαρμόζεται όχι μόνο στο στάδιο, αλλά και στα μοριακά χαρακτηριστικά, στην πορεία της νόσου και στις ανάγκες του ασθενούς.

Μεταστατικός καρκίνος προστάτη

Ο μεταστατικός καρκίνος προστάτη σημαίνει ότι η νόσος έχει επεκταθεί εκτός του προστάτη, συχνότερα στα οστά ή στους λεμφαδένες, αλλά και σε άλλα όργανα σε ορισμένες περιπτώσεις. Η διάγνωση αυτή είναι συχνά φορτισμένη συναισθηματικά, όμως οι θεραπευτικές επιλογές έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Η θεραπεία συνήθως βασίζεται στον ανδρογονικό αποκλεισμό, συχνά σε συνδυασμό με νεότερους ορμονικούς παράγοντες, χημειοθεραπεία ή άλλες θεραπείες, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της νόσου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθούν θεραπείες για τα οστά, ακτινοθεραπεία για ανακούφιση από πόνο ή ειδικές στοχευμένες θεραπείες.

Στόχος είναι ο έλεγχος της νόσου, η παράταση της επιβίωσης, η πρόληψη επιπλοκών, η ανακούφιση συμπτωμάτων και η διατήρηση της ποιότητας ζωής. Η θεραπευτική στρατηγική επανεκτιμάται συνεχώς, καθώς η νόσος μπορεί να αλλάζει συμπεριφορά με τον χρόνο.

Παρακολούθηση κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία

Η παρακολούθηση στον καρκίνο προστάτη είναι απαραίτητη σε όλα τα στάδια. Περιλαμβάνει την αξιολόγηση του PSA, την κλινική εικόνα, τα συμπτώματα, την ανεκτικότητα της θεραπείας και, όταν χρειάζεται, απεικονιστικό έλεγχο.

Μετά από χειρουργείο, το PSA αναμένεται συνήθως να μειωθεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η αύξησή του μπορεί να δείχνει πιθανή υποτροπή και χρειάζεται αξιολόγηση. Μετά από ακτινοθεραπεία, η ερμηνεία του PSA είναι διαφορετική και απαιτεί εμπειρία, γιατί μπορεί να υπάρχουν διακυμάνσεις.

Σε ασθενείς που λαμβάνουν ορμονοθεραπεία, παρακολουθούνται επίσης οι παρενέργειες, η οστική υγεία, το βάρος, ο μεταβολισμός και η καρδιαγγειακή επιβάρυνση. Σε μεταστατική νόσο, η παρακολούθηση περιλαμβάνει και την εκτίμηση συμπτωμάτων, όπως πόνος στα οστά, κόπωση ή αλλαγές στη λειτουργικότητα.

Η παρακολούθηση δεν είναι απλώς επανάληψη εξετάσεων. Είναι τρόπος να αξιολογείται συνεχώς αν η θεραπεία λειτουργεί, αν χρειάζεται αλλαγή και πώς μπορεί να υποστηριχθεί καλύτερα ο ασθενής.

Ποιότητα ζωής και υποστήριξη

Ο καρκίνος προστάτη και οι θεραπείες του μπορεί να επηρεάσουν σημαντικές πλευρές της ζωής ενός άνδρα. Η σεξουαλική λειτουργία, η ούρηση, η ενέργεια, η ψυχολογία, η εικόνα του σώματος και η καθημερινότητα μπορεί να αλλάξουν.

Αυτά τα θέματα δεν είναι δευτερεύοντα. Πρέπει να συζητούνται ανοιχτά, χωρίς αμηχανία και χωρίς να θεωρούνται αναπόφευκτα ή ασήμαντα. Υπάρχουν τρόποι υποστήριξης, αντιμετώπισης συμπτωμάτων και βελτίωσης της ποιότητας ζωής.

Η σωματική δραστηριότητα, η διατήρηση μυϊκής μάζας, η σωστή διατροφή, η φροντίδα των οστών, η ψυχολογική υποστήριξη και η συνεργασία με άλλες ειδικότητες μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη συνολική φροντίδα.

Ο ασθενής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως PSA ή ως στάδιο νόσου. Πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος με ανάγκες, ερωτήματα, φόβους και δικαίωμα σε ουσιαστική ενημέρωση.

Η σημασία της δεύτερης γνώμης

Η δεύτερη γνώμη είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στον καρκίνο προστάτη, επειδή συχνά υπάρχουν περισσότερες από μία αποδεκτές θεραπευτικές επιλογές. Για παράδειγμα, ένας ασθενής μπορεί να χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε ενεργή παρακολούθηση, χειρουργείο, ακτινοθεραπεία ή συνδυαστική θεραπεία.

Δεύτερη γνώμη μπορεί να ζητηθεί μετά τη διάγνωση, πριν από μια μεγάλη θεραπευτική απόφαση, όταν υπάρχει αύξηση PSA μετά από θεραπεία, όταν η νόσος είναι μεταστατική ή όταν προτείνεται αλλαγή αγωγής.

Η δεύτερη γνώμη δεν είναι αντιπαράθεση με τον θεράποντα ιατρό. Είναι δικαίωμα του ασθενούς και μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της νόσου, των επιλογών και των επόμενων βημάτων.

Η Δρ Καραδήμου αξιολογεί αναλυτικά το ιστορικό, το PSA, τη βιοψία, το Gleason score ή Grade Group, τις απεικονιστικές εξετάσεις, τις προηγούμενες θεραπείες και τους στόχους του ασθενούς, ώστε να διαμορφωθεί μια τεκμηριωμένη και πρακτικά χρήσιμη ιατρική άποψη.

Η προσέγγιση της Δρ. Αλεξάνδρας Καραδήμου

Η Δρ. Αλεξάνδρα Καραδήμου αντιμετωπίζει τον καρκίνο προστάτη με σύγχρονη, εξατομικευμένη και ανθρώπινη προσέγγιση. Κάθε θεραπευτικό πλάνο βασίζεται στα επιστημονικά δεδομένα, αλλά και στη συνολική εικόνα του ασθενούς.

Η εμπειρία της στην κλινική ογκολογία, την έρευνα και τις νεότερες θεραπευτικές εξελίξεις επιτρέπει τη σφαιρική αξιολόγηση κάθε περίπτωσης. Η απόφαση για ενεργή παρακολούθηση, ορμονοθεραπεία, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, στοχευμένη θεραπεία ή κλινική μελέτη δεν λαμβάνεται μηχανικά. Βασίζεται στον κίνδυνο, στη βιολογία της νόσου, στο αναμενόμενο όφελος και στις προτεραιότητες του ασθενούς.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην καθαρή επικοινωνία. Ο ασθενής χρειάζεται να κατανοεί τι σημαίνει η διάγνωση, ποιες είναι οι επιλογές, ποιος είναι ο στόχος κάθε θεραπείας και πώς θα παρακολουθείται η πορεία του.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος. Όχι μόνο οι εξετάσεις, όχι μόνο το PSA, αλλά ο άνδρας που χρειάζεται αξιόπιστη καθοδήγηση, σεβασμό και ουσιαστική υποστήριξη σε κάθε στάδιο.